ἀμάρᾰκον

ἀμάρᾰκον (-ᾱρ-)
Grammatical information: n.
Meaning: `Origanum Majorana, marjoram' (Pherekr.).
Other forms: -ος m.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: The long ᾱ in Ionic-Attic points to recent origin. Compared with ἀβαρύ ὀρίγανον \<τὸ ἐν\> Μακεδονίᾳ H. If this is accepted, the variation β\/μ points to a Greek substr. word, which is anyhow probable. Connection with Skt. maruva(ka)- `id.' is then wrong. Further connections Bertoldi Riv. fil. class. 60, 338ff., but also Belardi, Rend. Acc. Lincei 8: 10 (1955) 317 n. 3. See Fur. 210f. who further compares βᾶρος\/ν `kind of spice'. (Wrong Kalléris 75: to βαρύς.) - From Greek Lat. amaracum, -us, MLat. maioracus, maiorana, from where come the modern forms.
Page in Frisk: 1,86

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀμάρακον — ἀμά̱ρακον , ἀμάρακον marjoram masc acc sg ἀμά̱ρακον , ἀμάρακον marjoram neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμαράκου — ἀμᾱράκου , ἀμάρακον marjoram masc gen sg ἀμᾱράκου , ἀμάρακον marjoram neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμαράκῳ — ἀμᾱράκῳ , ἀμάρακον marjoram masc dat sg ἀμᾱράκῳ , ἀμάρακον marjoram neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Italienische Ortsnamen — Inhaltsverzeichnis 1 Namensgebende Völker in Italien 1.1 Unbekannte Völker 1.2 Ligurisch 1.3 Keltisch …   Deutsch Wikipedia

  • SAMPSUCHUM — cum amaraco idem. Plin. l. 21. cap. 11. Amaracum Diocles Medicus, et Sicula gens appellavêre, quod Aegyptus et Syria sampsuchum. Dioscorides l. 3. Κράτιςτον τὸ Κυζικηνὸν καὶ νὸ Κύπριον. δευτερευςτὶ δὲ τούτου τὸ Αἰγύπτιον, καλεῖται δὲ ὑπὸ… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • δίκταμνο — και δίκταμο και δίχταμο, το και δίκταμος και δίχταμος, ο (AM δίκταμνον, το και δίκταμνος, η) το θεραπευτικό φυτό αμάρακον dictamnum. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για παράγωγη λ. < Δίκτη, ονομασία κρητικού βουνού όπου φύτρωνε το δίκταμ(ν)ο το… …   Dictionary of Greek

  • κνήκιον — κνήκιον, τὸ (Α) [κνήκος] ονομασία αρωματικού φυτού, αλλ. αμάρακον …   Dictionary of Greek

  • σάμψυχο — τὸ / σάμψυχον, ΝΑ, και σάψυχο Ν, και σάμψουχον Α το γνωστό με την λόγια ονομασία φυτό Ορίγανον το αμάρακον, κοινώς γνωστό σήμερα ως ματζουράνα. [ΕΤΥΜΟΛ. Δάνεια λ., άγνωστης προέλευσης] …   Dictionary of Greek

  • ἀμάρακος — ἀμά̱ρακος , ἀμάρακον marjoram masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.